21.11.10

Έφη Γαζή - Παρέμβαση στην εκδήλωση του ΙΣΤΟΡΕΙΝ για τις αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών


Η παρέμβασή μου έχει δύο σκέλη. Στο πρώτο σκέλος θα ήθελα να επιχειρηματολογήσω ότι η διεκδίκηση μέλλοντος για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες προϋποθέτει την αποστασιοποίηση και την απαγκίστρωσή μας από ένα ενιαίο, καθολικό, εξιδανικευμένο, δραματοποιημένο, λιγότερο ή περισσότερο μακρινό παρελθόν αλλά και από ολοποιητικά, ουσιοκρατικά αφηγήματα για το χαρακτήρα και τον προορισμό τους. Στο δεύτερο σκέλος, θα ήθελα να συνδέσω την αποστασιοποίηση από αυτό το παρελθόν με την κριτική εμπλοκή με το παρόν και τις σύγχρονες συγκυρίες ανάπτυξης των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών.


Θα ξεκινήσω με την κριτική ματιά στο «παρελθόν». Η μακρά και έντονη διεθνής και ελληνική συζήτηση και η επιστημονικο-πολιτική αντιπαράθεση των τελευταίων χρόνων τόσο για τις αλλαγές στο πανεπιστήμιο όσο και για τη θέση ή και για τη λεγόμενη «κρίση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών» μου προκαλεί συχνά αμηχανία και έκπληξη. Με προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι αφηγήματα και λόγοι που είτε υιοθετούν τη «γλώσσα του παρελθόντος», είτε ενστερνίζονται τις λογικές του «ηθικού πανικού», είτε αναφέρονται σε μια «μυθική χρυσή εποχή» τόσο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών όσο και των πανεπιστημίων ορθώνονται ως αναχώματα απέναντι στις διαχειριστικές λογικές των πολιτικών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ουμανιστικές αντιλήψεις στις οποίες επι σειρά ετών ασκήθηκε κριτική και αναγωγές των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών στο χώρο των belles lettres, της αισθητικοποιημένης γνώσης και της «θεραπαινίδας της σκέψης» επανακάμπτουν. Κι όμως΄ οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες στις οποίες πολλοί και πολλές από μας έχουμε μαθητεύσει είναι ακριβώς εκείνες που αντλούν τον όποιο εικονοκλαστικό χαρακτήρα τους από το γεγονός ότι δεν χαρακτηρίζονται από καμιά εμμονή σε κανένα λιγότερο ή περισσότερο «λαμπρό παρελθόν» και δεν διακατέχονται από άγχος ή ηθικό πανικό για τη διασφάλιση της παραδοσιακής τους ταυτότητας, επειδή απλώς έχουν επιδιώξει την αποστασιοποίησή τους από αυτήν με επιμονή, σθένος και καινοτόμο, πειραματικό και ανανεωτικό πνεύμα.
Η μεταπολεμική περίοδος αλλά ειδικά οι δεκαετίες από το 1960 και εξής συνέβαλαν στον αναπροσανατολισμό αυτών των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών στις οποίες αναφέρομαι προς νέα κριτικά εγχειρήματα που τις απομάκρυναν από το παλαιότερο «ανθρωπιστικό παράδειγμα» του 19ου αιώνα ενώ ανέδειξαν νέους χώρους διεπιστημονικότητας τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλες επιστημονικές πειθαρχίες και πεδία σκέψης. Η διάνοιξη του «κοινωνικού» επαναπροσδιόρισε τις επιστημονικές στοχοθεσίες και τα πεδία έρευνας. H κριτική των γεωπολιτικών, βιοπολιτικών, έμφυλων, αναφερόμενων στο είδος (species) συνδηλώσεων του «ουμανιστικού παραδείγματος» ενεργοποίησε τη διαδικασία του αναστοχασμού. Επιπλέον, ειδικά στην Ελλάδα, η σταδιακή απεμπλοκή κλάδων όπως η ιστορία, η αρχαιολογία, η φιλολογία, η γλωσσολογία κλπ. από τις «εθνοποιητικές» διαδικασίες και πολιτικές απελευθέρωσε μια νέα δυναμική ενώ διευκόλυνε την ανάδυση κριτικών λόγων γύρω από το έθνος, το κράτος και την κοινωνία. Νέες περιοχές επιστημονικού ενδιαφέροντος όπως το φύλο, η διαπολιτισμική επικοινωνία ή τα μέσα μαζικής επικοινωνίας αναδείχθηκαν. Διεπιστημονικές και διαθεματικές συναντήσεις αναπτύχθηκαν, όχι μόνο μεταξύ των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών αλλά και με παλιούς και νέους γείτονες όπως η ιατρική, η βιολογία, η αρχιτεκτονική, οι τεχνο-επιστήμες. Οι καταλυτικές γι’ αυτές τις εξελίξεις δεκαετίες του 1960 και του 1970 χαρακτηρίστηκαν επίσης από μια πρώτη, μαζική στροφή προς την πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες. Συνδυασμένη με την κοινωνική κινητικότητα αλλά και με τις τότε δυνατότητες επαγγελματικών διεξόδων, η ζήτηση για πανεπιστημιακές σπουδές συνυφασμένη με ευρύτερες πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές «εκδημοκράτισε» τα πανεπιστήμια και άλλαξε το χαρακτήρα τους σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή των πολιτικών, κοινωνικών και ακαδημαϊκών ελίτ.
Μπορεί το Πανεπιστήμιο να επιστρέψει στην κατάσταση μιας προηγούμενης εποχής; Και επιθυμούν εκείνες οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες στις οποίες αναφέρθηκα να «διασωθούν» επανακάμπτοντας σε εκείνο το παράδειγμα από το οποίο συνειδητά αποστασιοποιήθηκαν εδώ και μερικές δεκαετίες; Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση είναι αρνητική και στα δύο ερωτήματα. Η αποστασιοποίηση από κάποιο «μακρινό χρυσό αιώνα» και από την άγονη προσκόλληση σε μια «παράδοσιακή ταυτότητα» δεν αποτελεί απλώς επιχειρησιακή στρατηγική για τη διεκδίκηση του μέλλοντος των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών αλλά ένα κρίσιμο διανοητικό και πολιτικό εγχείρημα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι διαθεματικές και διεπιστημονικές κατευθύνσεις, οι διασταυρώσεις των επιστημονικών κλάδων, η επένδυση σε καινοτόμα, μη παραδοσιακά αντικείμενα που μπορεί να εκβάλλουν σε αντίστοιχα προγράμματα σπουδών αποτελούν επιλογές όχι ασύνδετες με τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες στις οποίες αναφέρθηκα. Στον καιρό της μαζικής αλλά πολλαπλών αιτημάτων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επαγγελματική εκπαίδευση, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση, η επαν-εκπαίδευση ενηλίκων, η δια βίου μάθηση αλλά και η επιμόρφωση), αυτές οι δυνατότητες δεν πρέπει νομίζω να απορριφθούν εν μέσω της δραματοποίησης περι της απώλειας της ψυχής των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Πρέπει αντίθετα να ενισχυθούν με κεντρική μέριμνα την πολυτυπία, την πρωτοτυπία αλλά και την πολυμορφία των επιστημονικών και ακαδημαϊκών κοινοτήτων.
Ωστόσο, η κριτική τοποθέτηση απέναντι σε ένα εξιδανικευμένο αλλά ταυτόχρονα περιοριστικό παρελθόν καθίσταται αναποτελεσματική αν δεν συστοιχηθεί με την χαρτογράφηση των συνθηκών του παρόντος. Στο δεύτερο σκέλος της παρέμβασής μου, θα ξεκινήσω με μια αναγκαία επισήμανση: η διαδικασία μετατροπής της γνώσης σε «παραγωγική δύναμη» κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η προϊούσα εκτεχνολόγηση κομβικών κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας αλλά και οι δραστικές μειώσεις της κρατικής χρηματοδότησης στην εκπαίδευση συνέβαλαν στον επαναπροσδιορισμό των εσωτερικών ιεραρχήσεων των επιστημονικών αντικειμένων όχι απλώς με βάση την «αγορά εργασίας» και τις «επαγγελματικές δυνατότητες» όσων σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο (γεγονός που δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό και δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δαιμονοποιείται) αλλά και με βάση τις άμεσες «ανταποδοτικές» δυνατότητες και τα στενά «μετρήσιμα» οφέλη της ίδιας της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας. Δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, τα σημαντικότερα προβλήματα:
Α. Η λεγόμενη «κρίση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών» δεν είναι «κρίση» των ιδίων ούτε τις αφορά αποκλειστικά. Είναι αυτό-αναφορικός αυτός ο λόγος της μονοσήμαντης κρίσης, μόνο στο JSTOR υπάρχουν άρθρα για την περιβόητη «κρίση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών» από το 1916! Σήμερα, πρόκειται περισσότερο για κρίση της «υψηλής εξειδίκευσης» και της βασικής έρευνας. Η λογική της άμεσης και μετρήσιμης «απήχησης» και της «εφαρμοσμένης γνώσης» επηρεάζει συνολικά τις επιστήμες. Όχι μόνο η Λατινική Φιλολογία ή η Ρωμαϊκή Ιστορία, όπως ενδεχομένως θα φανταζόμασταν, αλλά επίσης αντικείμενα όπως η θεωρητική φυσική ή τα γενικά μαθηματικά «βιώνουν» τη δική τους κρίση. Ας θυμίσω εδώ ότι το 30% των Τμημάτων Φυσικής έχουν συγχωνευθεί ή κλείσει στη Μ. Βρετανία κατά την τελευταία δεκαετία εξαιτίας της έλλειψης πόρων, της αδιαφορίας για τη βασική έρευνα αλλά και της στροφής των φοιτητών σε αντικείμενα άμεσης επαγγελματικής απορρόφησης όπως η βιοτεχνολογία. Ωστόσο, η «υψηλή εξειδίκευση» και η βασική έρευνα είναι αυτές που παράγουν όχι μόνο νέα ερωτήματα αλλά και νέα γνώση. Νομίζω ότι η σθεναρή υποστήριξή τους στο Πανεπιστήμιο πρέπει να αποτελέσει κεντρική μέριμνά μας στο πλαίσιο της παρούσας κατάστασης.
Β. Η γενίκευση των διαδικασιών αξιολόγησης με μονοσήμαντα και κοινότοπα κριτήρια προκαλεί συχνά περισσότερα προβλήματα από όσα καλείται να επιλύσει. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις λεγόμενες «βιβλιομετρικές μεθόδους» είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι ο περιορισμός της έννοιας «δημοσίευση» στη συγγραφή με άλλους-ες άρθρου μικρής έκτασης, στην αγγλική γλώσσα, το οποίο δημοσιοποιεί πορίσματα μικρού βεληνεκούς έρευνας δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στην «κουλτούρα δημοσιεύσεων» (publication culture) στο χώρο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, όπου κυριαρχούν οι μονογραφίες, οι συλλογικοί τόμοι, τα πρακτικά συνεδρίων και όπου οι δημοσιεύσεις σε περιοδικά υπολογίζονται περίπου στο 1/3 της συνολικής επιστημονικής παραγωγής. Επιπλέον, η αποκλειστική κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας δεν ανταποκρίνεται στις λεγόμενες «πρωτεύουσες» και «δευτερεύουσες» γλώσσες δημοσίευσης (primary and secondary forum languages) είτε αφορούν εθνικές γλώσσες σε ορισμένα αντικείμενα όπως η φιλολογία είτε ηγεμονία συγκεκριμένων γλωσσών σε άλλα λόγω της ανάπτυξης μιας διευρυμένης επιστημονικής κοινότητας, π.χ. γερμανικά στην Αρχαιολογία ή ιταλικά στην ιστορία της μουσικής. Η υιοθέτηση δε κανονιστικών κριτηρίων έχει συμβάλει στην διαιώνιση τυποποιημένων και ηγεμονικών παραδειγμάτων επιστημονικής έρευνας.
Αποστασιοποίηση από την εικόνα ενός εξιδανικευμένου «χρυσού παρελθόντος» και κριτική διαπραγμάτευση του παρόντος (και του μέλλοντος) είναι οι δύο άξονες που αποπειράθηκα επι τροχάδην να προτείνω. Θα κλείσω την παρέμβασή μου με μια τελευταία σκέψη: η υιοθέτηση διεθνώς δοκιμασμένων καλών πρακτικών αποτελεί κομβικό σημείο κάθε ανανεωτικού εγχειρήματος στο πανεπιστήμιο. Γιατί να την αντικαταστήσουμε με την κακή αντιγραφή υποτιθέμενων «προτύπων» τα οποία διεθνώς χάνουν σταδιακά την αξιοπιστία τους και δίνουν τη μάχη της νομιμοποίησης;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου