17.11.10

Ρίκα Μπενβενίστε - lingua reformationis universitatis (LRU) ή Πειθάρχηση και Τιμωρία: Η γένεση της Α.Α.ΔΙ.Π και η μετεξέλιξή της σε Α.Α.ΑΞΙ. ΠΙΣ.Χ.

(Παρέμβαση στην ημερίδα για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, του περιοδικού Ιστορείν, Αθήνα 13.XI.2010)

        Νιώθω κι εγώ, όπως και άλλοι, την ανάγκη να σκεφτούμε κριτικά και συλλογικά, να συζητήσουμε ξανά, ακόμη κι αν τα περισσότερα επιχειρήματα βρίσκονται από καιρό πάνω στο τραπέζι. Ίσως η επιμονή μας αντλεί από μια παράδοση του πανεπιστημίου, και των ανθρωπιστικών σπουδών. Κατακλυζόμαστε από έννοιες που αποικίζουν επιθετικά τη γλώσσα με την οποία έχουμε συνηθίσει ή επιθυμούμε να σκεφτόμαστε το πανεπιστήμιο. Το εννοιολογικό οπλοστάσιο της μεταρρύθμισης, τα ψευδοδιλλήματα και τα διακυβεύματα που θέτει αφορούν ίσως πιο άμεσα, αλλά όχι και αποκλειστικά, τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές. Στον χρόνο που μου αναλογεί επιχειρώ την ανάλυση της τεχνικής της λεγόμενης «αξιολόγησης» και την αποδόμηση δύο κυρίαρχων εννοιών: της «ποιότητας» και της «αριστείας». Διευκρινίζω, ότι η κριτική της αξιολόγησης δεν αποσκοπεί να τη βελτιώσει, με κάποιες πρακτικές συστάσεις. Διερευνά τις συνθήκες δημιουργίας της, τους όρους της λειτουργίας της, τις συνέπειές της. Αποσκοπεί να κλονίσει ό,τι μοιάζει «φυσικό» και «ολοφάνερο», όπως λ.χ. ότι αρνείται να αξιολογηθεί, όποιος αρνείται να κριθεί διότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του, ενώ σπεύδει αυτός που δεν φοβάται και αντίθετα επιζητεί να αναγνωρισθεί η ...αριστεία του.


        Οι επιχειρούμενες «μεταρρυθμίσεις» χαρακτηρίζονται και από την εγκαθίδρυση μιας νέας γλώσσας. (Πάντως, ο ίδιος ο όρος «μεταρρύθμιση», σε πληθωριστική χρήση μέχρι πρότινος, δεν εμφανίζεται ούτε μία φορά στο πρόσφατο κείμενο για διαβούλευση). Όροι όπως αξιολόγηση, ανταποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα και πάει λέγοντας, επιβλήθηκαν διεθνώς, υφαίνοντας ένα δίχτυ σημασιών, που για λόγους απο-οικείωσης το ονομάζω lingua reformationis universitatis (LRU). Η γρήγορη συμμόρφωση στο νέο λεξιλόγιο και ο κονφορμισμός τρομάζουν.
Η μείωση της δημόσιας επένδυσης στα Πανεπιστήμια, η προσφυγή σε δίδακτρα και στην ιδιωτική πρωτοβουλία, αποτελούν μέρος της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής. Η «νέα δημόσια διαχείριση» κατακτά τα πανεπιστήμια, που όλο και λιγότερο αποκαλούνται πανεπιστήμια, όλο και περισσότερο ονομάζονται «ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» και νοούνται ως επιχειρήσεις ή οργανισμοί. Παρήλθαν οι χρόνοι που η καπιταλιστική οικονομία επιζητούσε να νομιμοποιηθεί από επιστημονική άποψη, σήμερα οι επιστήμες καλούνται να νομιμοποιηθούν από οικονομική άποψη: Οι διδάσκοντες «παράγουν νέα γνώση», «ανθρώπινο κεφάλαιο» με τη μορφή πτυχιούχων, γίνονται και οι ίδιοι ανταλλάξιμο αγαθό, καθώς το πανεπιστήμιο καλείται να προσφέρει οικονομική αξία σε μια κοινωνία που επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα οικονομικά της αποθέματα. Δεν κομίζω γλαύκας. Επιμένω ωστόσο, διότι έχει σημασία να σταθούμε σε ό,τι επιβάλλεται: στη μεταφορά ορισμένων προϋποθέσεων του οικονομικού πεδίου ως αυτονόητων και στο πεδίο του πανεπιστημίου, στη ρητορική των ελεύθερων συναλλαγών που συνοδεύει ή και καλύπτει πρακτικές ολοκληρωτικού ελέγχου της ακαδημαϊκής ζωής, ή ακόμη, στη ρητορική της απόκρυψης και της ωραιοποίησης. Ένα πρόσφατο παράδειγμα: Δείτε τον υπότιτλο του κειμένου διαβούλευσης: «Αυτοδιοίκηση, λογοδοσία, ποιότητα, εξωστρέφεια». Αντιπαρέρχομαι τη λογική του διαφημιστικού σλόγκαν. Στέκομαι στο σημασιολογικό πεδίο των λέξεων στο ίδιο το κείμενο: Η αυτοδιοίκηση αντιφάσκει με τη σύσταση Συμβουλίου που δεν είναι εκλεγμένο από την κοινότητα, του οποίου δεν εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία από πολιτικές εξουσίες και το οποίο μοιάζει εντέλει να λειτουργεί αυτόνομα μονάχα από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Η λογοδοσία, ενώ δημιουργεί προσδοκίες διαφάνειας (η επίκληση της διαφθοράς αποτέλεσε βασικό εργαλείο προπαγάνδας) περιορίζεται στην απόδοση αριθμητικής, ποσοτικής αξίας στην έρευνα και στη διδασκαλία. Η ποιότητα του κειμένου αποτελεί ιδιότητα που απορρέει από την ποσότητα, και καταχρηστικά επεκτείνεται σε ό,τι δεν είναι a priori μετρήσιμο, αθροίσιμο, συγκρίσιμο και κατατάξιμο. Τέλος, η εξωστρέφεια, παραπέμπει στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και όχι στη διακίνηση των ιδεών.
Η «μεταρρύθμιση» διαθέτει λοιπόν γλωσσικά εργαλεία και τεχνικές. Ένα από αυτά είναι η έννοια και το σύστημα της αξιολόγησης. Για την (πρόσφατη) ιστορία ας σημειώσουμε ότι όταν o μηχανισμός της αξιολόγησης πρωτοεμφανίσθηκε στον νόμο αποκρυπτόταν η σχέση των αποτελεσμάτων του με την χρηματοδότηση -και οι απολογητές του κώφευαν όταν γινόταν λόγος για τη βρετανική εμπειρία όπου το Research Assessment Exercise αποτέλεσε βασικό εργαλείο κατανομής πιστώσεων. Σήμερα, πρόθυμοι αξιολογητές και πειθήνιοι αξιολογούμενοι βρίσκονται έκθετοι: Η (Α.Α.ΔΙ.Π.) Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας προτείνεται να μετεξελιχθεί σε Α.Α.ΑΞΙ.ΠΙΣ.Χ, Ανεξάρτητη Αρχή Αξιολόγησης, Πιστοποίησης και Χρηματοδότησης.
Ο μηχανισμός της αξιολόγησης αποτελεί εργαλείο διακυβέρνησης και πειθάρχησης, αποσκοπεί να ορίσει, να προσανατολίσει, να τυποποιήσει και να ελέγξει ακαδημαϊκές συμπεριφορές, αντιλήψεις και ευαισθησίες, υποτάσσοντας τις δραστηριότητες που στεγάζονται στο πανεπιστήμιο σε κριτήρια αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας που καλύπτονται πίσω από τον όρο «ποιότητα». Αυτή η απίστευτα ελαστική λέξη «ποιότητα», ως άλλο αποτροπαϊκό σύμβολο πλημμυρίζει και το πρόσφατο κείμενο διαβούλευσης: δείκτες ποιότητας και αποτελεσματικότητας, ερευνητική ποιότητα, ποιότητα των σπουδών, των προγραμμάτων, βελτίωση της ποιότητας, ακαδημαϊκή ποιότητα και βέβαια ανταγωνιστική ποιότητα. Το πρώτο βήμα για την αποτίμηση της «πανεπιστημιακής ποιότητας» είναι η κατασκευή μιας κλίμακας και η κατάταξη σε αυτήν. Όμως, καμία κατάταξη δεν είναι επιστημονικά ουδέτερη. Οι προσδοκίες από αυτήν διαμορφώνουν και τα κριτήριά της, και στην περίπτωσή μας τα κριτήρια είναι η αποτελεσματικότητα και η παραγωγικότητα που εύκολα ανάγονται σε ποσοτικούς δείκτες. Μονάχα όμως ως ανέκδοτο ή ως πρόφαση για να ξοδευτούν λεφτά θα επιχειρούσε κάποιος να «αξιολογήσει» ποσοτικά τις διανοητικές απαιτήσεις, την αυστηρότητα και την πειθαρχία που απαιτεί η δουλειά στη φιλοσοφία, τη φιλολογία ή τα καθαρά μαθηματικά. Να τονίσω εδώ ότι είναι λάθος η ιδέα ότι αυτή η αποτίμηση της έρευνας δεν ταιριάζει σε μας (στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές) αλλά ταιριάζει σε κάποιους άλλους, στις λεγόμενες θετικές ή φυσικές επιστήμες.
Με βάση λοιπόν αυθαίρετες αξιολογήσεις, που εμφανίζονται ουδέτερες και «αξιοκρατικές», ενώ αποτελούν προϊόν συγκεκριμένων βουλήσεων και οι οποίες προβάλλουν αξιώσεις «αντικειμενικότητας» ενώ στηρίζονται σε γενικευμένες ποσοτικοποιήσεις, τα πανεπιστήμια ανταγωνίζονται να κερδίσουν μια καλή θέση σε κάποια κατάταξη. Επιτρέψτε μου να μην υπεισέρθω στην κριτική των τεχνικών όψεων η οποία διαλύει τις βεβαιότητες για την αξιοπιστία της αυτοματοποιημένης «αξιολόγησης». Ας συγκρατήσουμε ότι δημιουργείται μια κλίμακα «αξιολόγησης» με βάση ποσοτικούς δείκτες. Θα παραβλέψω επίσης φιλοσοφικά ερωτήματα του τύπου γιατί είναι καλύτερος δάσκαλος ο πανεπιστημιακός που έχει πολλά grants ή γιατί το καλύτερο πανεπιστήμιο είναι το πλουσιότερο, ερωτήματα που ασφαλώς δεν έχουν ούτε οριστική ούτε βέβαιη απάντηση. Θα παρακάμψω επίσης ζητήματα που σχετίζονται με τον ρόλο του κατεστημένου και της καθιερωμένης γνώσης, το φαινόμενο του gatekeeping, της αποθάρρυνσης ή και της καταστολής της αιρετικής γνώσης που εκτρέπεται από το κυρίαρχο ρεύμα (κάτι που ίσως και να έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές) ή και αντίθετα την επιβράβευση του τυποποιημένου, του τετριμμένου διότι επιβεβαιώνει το κύρος των κρατούντων. Ο μηχανισμός της αξιολόγησης επικαλείται, με δημαγωγικό τρόπο, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, αποκρύπτοντας επιμελώς ό,τι δεν ποσοτικοποιείται. Διαθέτει τέλος πειθαρχική εξουσία και μάλιστα σημαντική αφού η χρηματοδότηση συναρτάται από αυτόν.
Στο πεδίο της αξιολόγησης ανήκει και το επινόημα της «αριστείας». Τι σημαίνει η επίκληση ενός ακόμη όρου (σε αγχωτικό βαθμό στο κείμενο διαβούλευσης) που κανένας δεν ξέρει τι θα πει, αλλά όλοι έχουν μια ιδέα για το νόημά του; Το βασικό πλεονέκτημα του όρου είναι ακριβώς ότι στερείται αναφοράς. Όπως και η «ποιότητα», έτσι και η αριστεία καλείται να εφαρμοστεί σε όλες τις όψεις της πανεπιστημιακής ζωής. Επειδή δεν εξαρτάται από κοινές ιδιότητες ή κοινά χαρακτηριστικά, διαπερνά και ξεπερνά τις διαφορές των μαθήσεων. Πάντοτε όμως κατευθύνει την έρευνα -και των διαφορετικών μεταξύ τους κλάδων- προς την αγορά. Διότι αν στερείται αναφοράς μέσα στις ίδιες τις επιστήμες, τις τέχνες, τις μαθήσεις, έχει ως μοναδικό της κριτήριο την αποτελεσματικότητα σε μια εκτεταμένη αγορά, αναφέρεται σε μια βέλτιστη αναλογία input/output. Στον κόσμο της αριστείας η επιτυχία εκτιμάται με την αύξηση της παραγωγικότητας, την συνεχή αύξηση που πρέπει διαρκώς να μετριέται. «Το πολύ είναι όμορφο». Περισσότερο σημαίνει καλύτερα. Στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής αγοράς, η κατάταξη σε μια κλίμακα με μέτρο την αριστεία αποσκοπεί να καθορίσει την δημόσια χρηματοδότηση και η κρατική παρέμβαση έρχεται να υπερτονίσει αντί να απαλύνει τις διαφορές. Έπεται ο διαχωρισμός του μαζικού πανεπιστημίου από το πανεπιστήμιο στο οποίο γίνεται έρευνα. Και επιπλέον, αν το είδος της αριστείας ενός τμήματος δεν συνάδει με την αριστεία ως αποτελεσματικότητα, τότε το τμήμα αυτό μπορεί και να εκλείψει χωρίς εμφανή βλάβη ή κλυδωνισμούς στο σύστημα. Αυτό δεν συμβαίνει με τμήματα φιλοσοφίας ή ιστορίας;
Η κριτική στους «δείκτες αποτελεσματικότητας» και στην «αξιολόγηση» εκλαμβάνεται ως αντίδραση στη λογοδοσία. Αλλά πρόκειται για αντίδραση σε μια λογοδοσία- εργαλείο μέτρησης, που λειτουργεί για ένα πανεπιστήμιο-εταιρεία ή διοικητικό οργανισμό. Αντίδραση σε ψευδοδιλλήματα του τύπου εσωτερική ανακύκλωση αποκομμένη από την κοινωνία vs χρήσιμη επιστήμη, καινοτομία vs οπισθοδρόμηση... Είναι επίσης δήλωση πίστης στην έρευνα και τον στοχασμό που δεν υπακούν σε κανένα οικονομικό κίνητρο, σε κανέναν στόχο οικονομικού συμφέροντος. Δήλωση πίστης στην ακαδημαϊκή ελευθερία και εμμονή στον πνευματικό πλουραλισμό και στη διαφύλαξη ενός κοινωνικού χώρου για στοχαστική συζήτηση και κοινωνική κριτική. Είναι, με άλλα λόγια, ελπίδα για ένα πανεπιστήμιο ούτε απλώς χρήσιμο –χουμπολντιανά ή τεχνοκρατικά- ούτε απλά «άχρηστο». Ελπίδα ότι η κοινότητα, συνειδητά, θα αφήσει κάτι «εκτός αγοράς», θα αφήσει ένα κοινωνικό περιβάλλον για τους πειραματισμούς της νεότητας, για στοχασμό γύρω από το (άχρηστο) ερώτημα του όντος. Ελπίδα για ένα πανεπιστήμιο στο οποίο αναγνωρίζεται «μια απροϋπόθετη ελευθερία, όσον αφορά την ερωτηματοθεσία και τις προτάσεις, και δη ακόμη περισσότερο, το δικαίωμα να λέγει δημοσίως καθετί που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη όσον αφορά την αλήθεια» (Ντεριντά). Ας φανταστούμε λοιπόν, μια πανεπιστημιακή κοινότητα που κάνει έρευνα αλλά δεν υποτιμά τη «λογιοσύνη» και τη διδασκαλία, ένα πανεπιστήμιο που είναι τόπος συζήτησης για θέματα που ξεπερνούν τον κλάδο και την εξειδίκευση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου