Όταν
έρχεται το βράδι της Κυριακής αρχίζει
μια δύσκολη νύχτα για το 50% των Γάλλων
μισθωτών που εμφανίζουν διαταραχές
ύπνου στη σκέψη της άλλης μέρας και της
επανόδου στη δουλειά. Πρόκειται για τη
λεγόμενη «φοβία της Δευτέρας» που
αποκάλυψε πρόσφατη έρευνα [Απρίλιος
του 2008]. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο
και αφορά τις αναπτυγμένες χώρες, όντας
χειρότερο στις ΗΠΑ και την Μεγάλη
Βρετανία (70%) και ηπιότερο στη Δανία και
τη Νορβηγία (30%). Το γεγονός αντανακλάται
στο εκδοτικό κύμα της τελευταίας
δεκαετίας που αναφέρεται σε προβλήματα
ψυχοπαθολογίας της εργασίας.
J.-F
Dortier. Le blues du dimanche soir.i
Σάββατο
να ’ναι μάστορα
κι
ας είν’ σαράντα ώρες
Λαϊκό
Εισαγωγή
Μέσα
στις συνθήκες της βαθιάς οικονομικής
κρίσης στην οποία έχει βυθιστεί η χώρα
μας, φαντάζει κάπως ανεπίκαιρο να μιλάει
κανείς για θέματα «ψυχοπαθολογίας και
ψυχοδυναμικής της εργασίας», όταν γύρω
μας πληθαίνει η ανεργία, των νέων ιδίως.
«Όταν είναι κανείς άνεργος / δεν αισθάνεται
ζωντανός / είναι ανύπαρκτος και μηδαμινός
/ στα ίδια του τα μάτια», λέει η αφηγήτρια
(Έφη Σταμούλη) στο θεατρικό έργο Οι
έμποροι
του Ζοέλ Πομμερά, που ανέβηκε πρόσφατα
στην
Πειραματική
Σκηνή της Τέχνης,
στη Θεσσαλονίκη (σε μεταφραση και
σηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη). Κι ύστερα,
η ίδια αφηγήτρια
θα διηγηθεί
την άλλη πλευρά των πραγμάτων, τα
προβλήματα της εργασίας, των μονότονα
επαναλαμβανόμενων κινήσεων στη διαδικασία
της παραγωγής, για παράδειγμα, προσθέτοντας:
«Εδώ και λίγα χρόνια εγώ / μαζί με την
ευτυχία της μόνιμης δουλειάς […] είχα
ωστόσο να αντιμετωπίσω ένα μικρό
πρόβλημα. / Αυτό το μικρό πρόβλημα
αφορούσε τη υγεία μου / και μάλλον είχε
να κάνει / με την επαγγελματική μου
δραστηριότητα. / Μόλις επέστρεφα σπίτι
/ ένας πόνος / στη πλάτη μου / άρχιζε να
εκδηλώνεται / και θα ούρλιαζα απ’ αυτόν
τον πόνο τ’ ομολογώ / αν δεν κατέφευγα
σε μερικά θαυματουργά φάρμακα / που μου
έγραψε ένας γιατρός / και με ανακούφιζαν
λίγο».ii
Ευθύβολος ο θεατρικός λόγος, αποτυπώνει
ταυτόχρονα
τόσο τις νέες
μορφές ψυχικής
οδύνης
σε συνθήκες αβεβαιότητας
και επισφάλειας
(π.χ.
η απειλή της ανεργίας)
iii
που
προκύπτουν μέσα στη σύγχρονη
κοινωνικο-οικονομική κρίση,iv,
όσο και την λεγόμενη οδύνη
στην εργασία,
μια αναδυόμενη τελευταίως «νέα παθολογία»
στο χώρο της ιατρικής
της εργασίας,
όπου συνυπάρχουν εκδηλώσεις του στρες
μαζί με μυοσκελετικές διαταραχές·
όχι
τυχαία βέβαια, η εν λόγω «νέα παθολογία»
διαπιστώθηκε
όταν ένα ρεύμα της ιατρικής
της εργασίας
προσέγγισε την ψυχοδυναμική
της εργασίας
που είχε αναπτυχθεί μετά το 1990.v
Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι η κρίση
οξύνει μεν τα προβλήματα της απασχόλησης,
αλλά και δεν προσπερνά κάποια αφανέστερα,
όπως π.χ. εκείνα τα προβλήματα που αφορούν
στην ψυχοπαθολογία
και την ψυχοδυναμική της εργασίας
που είναι και το θέμα της ομιλίας μου.
*
Το
πολυσύνθετο του ανθρώπου διαφαίνεται
ήδη στην επίσημη, επιστημονική
ονομασία του. Διότι ενώ έχει ένα κύριο
όνομα: Hommo,
διαθέτει συνάμα κάμποσα επίθετα, όπως
sapiens
(έμφρων), faber
(κατασκευαστής), laborans
(μοχθών), loquens
(ομιλών), oeconomicus
(οικονομικός) ακόμα και ludens
(παίζων). Μερικές φορές βέβαια η σοφία
του τίθεται εν αμφιβόλω διότι απλώς
φλυαρεί ή δυστυχώς παίζει με τη φωτιά.
Όμως, έτσι κι αλλιώς, μοχθεί και εργάζεται.
Είναι
ιπποκρατική η βεβαιότητα ότι μέσω της
ιατρικής φτάνουμε σε κάποιες γνώσεις
για την ανθρώπινη φύση, κι ας προσθέσω
ακόμη ότι, σύμφωνα με ένα σκοπίμως
προκλητικό ευφυολόγημα ενός από τους
τελευταίους μεγάλους ψυχοπαθολόγους,
του Henri
Ey,
η ιατρική είναι ειδικότητα της ψυχιατρικής,
όχι το αντίστροφο. Ανατρέχοντας στους
αρχαίους μας, θα βλέπαμε λιγότερο
αυθαίρετη τη διατύπωση, διότι κοντά στο
ιπποκρατικό «φύσις δε του σώματος αρχή
του εν ιητρική λόγου»vi
υπάρχει και η Δημοκρίτεια ρήση «ανθρώποις
αρμόδιον ψυχής μάλλον ή σώματος λόγον
ποιείσθαι».vii
Έτσι, η ψυχιατρική, σκοπώντας στη θεραπεία
του ψυχικώς πάσχοντος, διατύπωνε πάντα
έναν λόγο «περί του ανθρώπου» που μπορεί
να μην απηχούσε πάντοτε την «πραγματικότητα»,
την προσέγγιζε όμως όταν έβλεπε τον
άνθρωπο στη σωματοψυχική
του
ολότητα
και τους διχασμούς
του [ο άνθρωπος έχει ένα ασυνείδητο,
όντας συνειδητός].
Αυτός
ο ισχυρισμός ας μην εκληφθεί ως φαντασίωση
τεχνοκρατικής παντοδυναμίας. Τόσο η
σωματική ιατρική όσο και η ψυχιατρική
δεν μπορούν από μόνες τους να κατανοήσουν
πλήρως και να επιλύσουν κοινωνικά
προβλήματα όπως είναι τα προβλήματα
της εργασίας. Η κοινωνική οργάνωση της
πολιτείας –και δεν εννοώ μόνο το κράτος,
αλλά και την κοινωνία των πολιτών, στο
βαθμό που υπάρχει και στο μέτρο που
εκδηλώνεται– είναι τελικώς υπεύθυνοι
γι’ αυτά.
Ο
Louis
Le
Guillant,
που ανάλωσε τη ζωή του διερευνώντας τα
θέματα της ψυχοπαθολογίας της εργασίας,
παρατηρούσε ότι η ανάπτυξη αυτού του
κλάδου σκοπό είχε να βελτιώσει τις
εργασιακές συνθήκες, αλλά και να αυξήσει
την εργατική απόδοση μέσα σε ελεγχόμενη
ατμόσφαιρα ευνοϊκών δια-προσωπικών
σχέσεων. Δικαίως, όμως, επεσήμαινε –από
το 1952– και την «αδυναμία των ψυχοτεχνικών
να συλλάβουν με τα εργαλεία τους και
τις μεθόδους τους την ουσία των προβλημάτων
της εργασίας».viii
Διότι, ανάμεσα στα επίθετα του ανθρώπου
υπάρχει, το έχουμε ήδη επισημάνει, και
εκείνο το oeconomicus.
Άλλα λοιπόν –εκτός ψυχιατρικής– είναι
τα επιστημονικά εργαλεία που μπορούν
να το διερευνήσουν. Όμως και πάλι, η
οικονομία δεν επαρκεί από μόνη της γι’
αυτήν την κατανόηση· όσο κι αν, κατά την
Hannah
Arendt,
η παραγωγικότητα αποτέλεσε ιστορικά
και συνεχίζει να αποτελεί το ύψιστο
ιδεώδες του Hommo
Faber
όσο κι αν είναι ακόμα βέβαιη «η πεποίθησή
του ότι κάθε πρόβλημα μπορεί να λυθεί
και κάθε ανθρώπινο κίνητρο να αναχθεί
στην αρχή της χρησιμότητας». Διότι, λέει
η Arendt,
μέσα στην Ανθρώπινη
κατάσταση
αναπτύσσεται, πάλι ιστορικά, και μια
άλλη αντίληψη: «το τελικό κριτήριο δεν
είναι διόλου η ωφελιμότητα και η χρήση,
αλλά η “ευτυχία”, δηλαδή το ποσοστό
πόνου και απόλαυσης που δοκιμάζουν οι
άνθρωποι κατά την παραγωγή ή την
κατανάλωση των αντικειμένων».ix
Το έχει επαρκώς διαστρέψει η διαφήμιση,
μεταθέτοντάς την ευτυχία από την παραγωγή
στην κατανάλωση: αντί να διαλαλεί
την καλή ποιότητα ενός προϊόντος, να
θέλει να μας πείσει ότι χρησιμοποιώντας
το τάδε προϊόν θα νιώσουμε …ευτυχισμένοι.
Η σαγήνη εκεί συνήθως αποσκοπεί, είτε
γιατί οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι
βαθύτατα απελπισμένοι είτε γιατί η
ευτυχία έχει γίνει κι η ίδια ένα ακόμα
εμπόρευμα.
Υπάρχει
όμως και μια άλλη –ακραία, αλλά εξ ίσου
εύγλωττη– εικονογράφηση του προβλήματος
που έτυχε να βρω πριν από χρόνια σε ένα
άρθρο για τον «ανορθολογισμό» στα
οικονομικά. Αντιγράφω:x
«Παρατηρώ
έναν Ινδιάνο, σε κάποιο χωριό της Ν.
Αμερικής, που φτιάχνει μια φλογέρα από
καλάμι και ακολουθεί η εξής συνομιλία:
– Μ’
αρέσει η φλογέρα. Θα την αγοράσω. Πόσο
κοστίζει;
– Πέντε
νομίσματα señor.
– Μου
φαίνεται ακριβή.
αν αγοράσω έξι πόσο θα μου τις δώσεις;
(Βέβαια
περιμένω να πληρώσω λιγότερο για κάθε
φλογέρα αλλά έρχεται αμέσως η απάντηση)
– Θα
κοστίσει επτά νομίσματα η κάθε μια,
señor.
(Κάπως
σαστισμένος συνεχίζω το πείραμα)
– Κι
αν παραγγείλω μια δωδεκάδα;
– Σ’
αυτή τη περίπτωση θα κοστίσει δέκα
νομίσματα η φλογέρα, señor.
– Για
κοίτα! Όσο πιο πολλές φλογέρες παραγγέλνω
τόσο μεγαλύτερο κέρδος θα βγάλεις, αλλά
αντί να με ενθαρρύνεις να παραγγείλω
περισσότερες, με αποθαρρύνεις.
(Ο
ινδιάνος με κοιτάει μ’ ένα αινιγματικό
και ελαφρά κοροϊδευτικό χαμόγελο σαν
να λέει “αυτοί οι τουρίστες είναι
σίγουρα παράξενοι άνθρωποι”).
– Μα
φυσικά señor.
Να φτιάξω μια φλογέρα είναι διασκέδαση.
να φτιάξω έξι θα βαρεθώ.
Κι
αν
είναι να φτιάξω δώδεκα δεν το αντέχω».
Εξίσου
εύγλωττη και μια παλιά παρατήρηση της
Simon
de
Beauvoir
που αφορά σε λιγότερο ακραίες καταστάσεις:
«υπάρχει σχεδόν πάντοτε μια αμφιθυμία
έναντι της εργασίας που άλλοτε είναι
σκλαβιά, ένας κόπος, αλλά επίσης και μια
πηγή ενδιαφέροντος, στοιχείο ισορροπίας,
παράγοντας κοινωνικής ένταξης».xi
Στη γλώσσα μας, το αμφίπλευρο του
πράγματος αποδίδεται με δύο διακριτές
και αποκαλυπτικές λέξεις που, όμως,
χρησιμοποιούμε εναλλακτικά και
αδιακρίτως: δουλειά και εργασία.
Ευθύβολος
και πάλι ο θεατρικός λόγος: «Σε
τι θα μπορούσε, έλεγε, να χρησιμεύσει ο
χρόνος μας αν δεν / τον γεμίζουμε / κυρίως
με την εργασία μας; / Γιατί ο χρόνος μας
χωρίς την εργασία θα ήταν ασήμαντος και
/ επιπλέον εντελώς άχρηστος. / Κι αυτό
το συνειδητοποιούμε πολύ έντονα όταν
σταματάμε να / δουλεύουμε. / Έχουμε
μελαγχολική διάθεση. / Μας πιάνει ανία.
/ Αρρωσταίνουμε. / Ναι. / Η εργασία είναι
δικαίωμα αλλά επίσης είναι / μία ανάγκη
/ για όλους τους ανθρώπους. / Είναι δηλαδή
/ το προϊόν, το εμπόρευμα / όλων μας. /
Γιατί χάρις σ’ αυτό το προϊόν ζούμε. /
Είμαστε ακριβώς σαν τους εμπόρους /
μοιάζουμε με τους πωλητές. / Πουλάμε την
εργασία μας /πουλάμε τον χρόνο μας. /
Ό,τι πιο πολύτιμο διαθέτουμε. /Το χρόνο
της ζωής μας. / Είμαστε έμποροι της ζωής
μας».xii
Ιδού
και μια επιστημονική αποτύπωση του
προβλήματος: Πριν από τριάντα χρόνια,
σε μια Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος
για τη Βελτίωση των Συνθηκών Ζωής και
Εργασίας με τίτλο Η
σωματική και η ψυχολογική ένταση στην
εργασία
(Δουβλίνο 1982) διατυπωνόταν το ακόλουθο
ερώτημα: «μήπως τα μέσα έχουν αποσπαστεί
από το σκοπό κι έχουν καθεαυτά γίνει ο
σκοπός [...], μήπως οι ιδιωτικές και
δημόσιες δραστηριότητες του ανθρώπου
έχουν εν τω μεταξύ τόσο βαθιά χαραχθεί
με την οικονομική και τεχνολογική
λογικότητα, που αρμόζει πια να θεωρούμε
τον ιμάντα παραγωγής σαν σύμβολο του
είδους ζωής που όλους μας κυβερνάει;»xiii
Τα
ερωτήματα υπήρχαν από πολύ παλιά και
εξακολουθούν να τίθενται και σήμερα
επιτακτικά. Οι προβληματισμοί περνούν
ακόμα και μέσα από το «δικαίωμα» στην
τεμπελιά, έτσι όπως το αποτυπώνουν οι
Alain
Corbin
και Thierry
Paquot
σε διάλογό τους που δημοσίευσε το
Magazine
Littéraire
τον Αύγουστο του 2004 υπό τον τίτλο «να
κατακτήσουμε την τεμπελιά»: χρειάστηκαν
πολλά χρόνια για να αναγνωριστεί μια
καινοτόμος οργάνωση του χρόνου που δεν
θα αφιερώνεται αποκλειστικά στην
εργασία, αλλά και στην ψυχαγωγία [που
έχει αρχίσει να εμπορευματοποιείται,
να μαζικοποιείται και να μηχανοποιείται],
τελευταίως δε και στην τεμπελιά, όχι ως
αντικοινωνική στάση ούτε ως προνόμιο
αργόσχολων ελίτ, αλλά υπό την έννοια
της αυτονομίας ενός χρόνου δι’ εαυτόν,
ως καθήκον προς εαυτόν και τους άλλους,
λυτρωτικό για την προσωπική χαλάρωση
και ενισχυτικό για την ειρηνική
συγκατοίκηση με τον άλλο.xiv
Η ψυχοπαθολογία της εργασίας
Από
την πλευρά της ψυχιατρικής, μια εισαγωγή
στο θέμα –ολοζώντανη μάλιστα– θα
μπορούσε να είναι το πολύ γνωστό
κινηματογραφικό
έργο του Charlie
Chaplin
Μοντέρνοι
καιροί.
Διότι με τη σατιρική του υπερβολή
αποτυπώνει καταλυτικά την πραγματικότητα,
αποκαλύπτοντας τις επιδράσεις της
εργασίας πάνω στη ψυχική ζωή του ανθρώπου.
Στην ταινία αυτή, εκτός πολλών άλλων,
βλέπουμε ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος
οργάνωσης της εργασίας –η λεγόμενη
επιστημονική
οργάνωση της εργασίας,
ο γνωστός ταιϋλορισμός– παράγει νοσηρά
ψυχολογικά φαινόμενα: τη συμπεριφορά
του ήρωα της ταινίας που συνεχίζει εκτός
εργοστασίου την ίδια και μοναδική
κίνηση, αυτή που εξαντλητικά μονότονα
επαναλαμβάνει καθημερινώς στην αλυσίδα
παραγωγής.
που τρέχει, κυριολεκτικά, να την εφαρμόσει
και σε αντικείμενα εκτός χώρου εργασίας,
όπως στα κουμπιά του φορέματος μιας
διερχόμενης κυρίας, καθώς «μοιάζουν»
μ’ αυτό που διαρκώς βρίσκεται πάνω στον
πάγκο εργασίας του, το παξιμάδι δηλαδή
κάθε βίδας που πρέπει να βιδώνει, καθώς
περνά μπροστά του μαζί με άλλες σε
διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα.
Στο
Μια
ιστορία του αυτοκινήτου
(1929) ο Έρενμπουργκ δίνει μια ανάλογη
εικόνα: «Τα πλαίσια κυλούν απ’ άκρη σ’
άκρη στο μακρόστενο εργοστάσιο. Κάπου
στο δρόμο τους διασταυρώνονται με τους
τροχούς. Οι τροχοί περιστρέφονται στον
αέρα. Βιάζονται να συναντήσουν τα
πλαίσια. Ένας άντρας παίρνει έναν τροχό
και τον τοποθετεί στο πλαίσιο. Έναν
τροχό. Ένας άλλος άντρας – έναν άλλον
τροχό. Ο προορισμός του στη ζωή είναι
ένας και μοναδικός: να συνδέει τον πίσω
αριστερό τροχό, πάντοτε τον πίσω, πάντοτε
τον αριστερό. Του έχει γίνει πια συνήθεια
να λυγίζει το δεξί του γόνατο. Το αριστερό
του πόδι έχει ακινητοποιηθεί. Έχει μάθει
ακόμη να γέρνε το κεφάλι του μόνο προς
τα δεξιά. Δεν κοιτά ποτέ του αριστερά.
Δεν είναι άνθρωπος πια. Δεν είναι παρά
ένας τροχός –ο πίσω αριστερός τροχός.
Και η αλυσίδα παραγωγής προχωρά».xv
Η
πατρότητα του συστήματος ανήκει στον
μηχανικό Frederick
Winslow
Taylor
(1856 - 1915) που συμπύκνωνε τη μέθοδο και
τον στόχο του έτσι: «Επιστήμη, στη θέση
του εμπειρισμού. Αρμονία, αντί για
αταξία. Συνεργασία και όχι ατομισμός.
Όχι περιορισμό στην παραγωγή, αλλά
μέγιστη απόδοση, για να “φορμαριστεί”
ο κάθε άνθρωπος με τέτοιο τρόπο ώστε να
πετύχει την μέγιστη απόδοση και
ευημερία».xvi
Γι’ αυτό και καταδίκαζε την «αργοσχολία»,
που δεν ήταν άλλο παρά ό,τι ο ίδιος
θεωρούσε πως επιβράδυνε την εργασία ως
προς αυτό που μπορούσαν ή όφειλαν
να κάνουν. Σήμερα, βέβαια, γίνεται
αποδεκτό ότι αυτή η λεγόμενη «αργοσχολία»
στους χώρους εργασίας αποτελεί αναγκαίο
στάδιο της εργασίας, στη διάρκεια της
οποίας συντελούνται ρυθμιστικές
διεργασίες στο δίπολο άνθρωπος-εργασία
που επιτρέπουν αφ’ ενός την συνέχιση
της εργασίας και αφ’ ετέρου την προστασία
της ψυχικής ζωής του εργαζόμενου.xvii
Είναι
σημαντικό ότι ένα έργο τέχνης, υψηλής
τέχνης όπως το έργο του Chaplin,
θέτει από τόσο νωρίς κάτι που σήμερα
αποτελεί ένα βασικό πόρισμα της σύγχρονης
ψυχοπαθολογίας της εργασίας που έχει
διατυπώσει ο Christophe
Dejours:
«εάν
οι φυσικές, χημικές και βιολογικές
συνθήκες της εργασίας έχουν απήχηση
στο σώμα, η οργάνωση της εργασίας,
αντίθετα, έχει το ψυχικό όργανο για
στόχο».xviii
Πέραν
αυτής της γενικής ψυχοπαθολογικής
απόφανσης, το παράδειγμα
του Chaplin
έχει από πολύ παλιά και το ακριβές
κλινικό του ανάλογο: τα χρόνια του ’50,
στο Παρίσι, πριν από το αυτόματο κλείσιμο
των θυρών του Métro
ακουγόταν ένας προειδοποιητικός ήχος
που έμοιαζε πολύ με το ηχητικό σήμα που
συνεχώς άκουγαν οι τηλεφωνήτριες στο
πόστο τους όταν κάποιοι ζητούσαν να
τους δώσουν γραμμή. Δεν ήταν λίγες οι
τηλεφωνήτριες που, επιστρέφοντας
κατάκοπες στο σπίτι τους με το Métro,
στο άκουσμα του προειδοποιητικού ήχου
για το κλείσιμο των θυρών, έλεγαν
ασυναίσθητα, μεγαλοφώνως, «εμπρός σας
ακούω». Το φαινόμενο εντασσόταν, κατά
τον Le
Guillant,
σε ό,τι ονόμασαν τότε «νεύρωση των
τηλεφωνητριών».xix
Η εκτός εργασίας ζωή των τηλεφωνητριών
παρουσιαζόταν να είναι «μολυσμένη» από
συμπεριφορικά στερεότυπα που τα
κινητοποιούσε μια συνθήκη η οποία θύμιζε
τις συνθήκες των εξαρτημένων παυλοβιανών
αντανακλαστικών. Χαρακτηριστικός ήταν
ο ψυχικός και σωματικός κάματός τους.
Έτσι,
όπως στο μακρινό παρελθόν η ανάγκη για
επιβίωση ωθούσε τους εργαζόμενους σε
αγώνες για μειωμένο ωράριο
εργασίας, όπως αργότερα οι ανάγκες για
την υγεία του σώματος απαιτούσαν [και
απαιτούν ακόμα] την καταγγελία των
συνθηκών
εργασίας, έτσι, λοιπόν, στη συνέχεια
αναγνωρίστηκε ότι η ψυχική
οδύνη
σχετίζεται με την οργάνωση
της εργασίας που περιλαμβάνει τη διαίρεση
της εργασίας, το περιεχόμενο του στόχου,
τους τρόπους διεύθυνσής της, τις σχέσεις
εξουσίας, το πρόβλημα της υπευθυνότητας
κ.λπ. «Αυτή η ψυχική
οδύνη
αρχίζει όταν ένας εργαζόμενος δεν μπορεί
πια να επιφέρει οποιαδήποτε διευθέτηση
στο έργο του ώστε να μπορεί να γίνει πιο
συμβατό με τις φυσιολογικές του ανάγκες
και τις ψυχολογικές του επιθυμίες,
δηλαδή όταν η σχέση άνθρωπος-εργασία
παρεμποδίζεται».xx
Είναι προφανές ότι «εργαλείο» της
ψυχοπαθολογίας της εργασίας είναι η
ψυχοσωματική
καθώς είναι γνωστό ότι οι ποικίλες
σωματικές λειτουργίες ολοκληρώνονται
στο επίπεδο της ψυχικής ζωής.
Η
πρώτη αντίληψη στην ψυχολογία της
εργασίας θεωρούσε «την εργασία ως
σταθερό δεδομένο και τον άνθρωπο ως την
μεταβλητή πάνω στην οποία έπρεπε να
ασκηθεί κάποια δράση». Υπό την έννοια
αυτή, ο προσανατολισμός και η επαγγελματική
επιλογή θα έπαιζαν το ρόλο της ανίχνευσης
εκείνων οι οποίοι διέθεταν ικανότητες
που θα επέτρεπαν την επιτυχή άσκηση
αυτής ή εκείνης της εργασίας. Αντίθετη
ήταν η αντίληψη που κυριάρχησε μετά τον
Πόλεμο: τα τεχνικά και οικονομικά
δεδομένα δεν θεωρούνταν πλέον άκαμπτα.
μπορούσαν να επαναπροσδιοριστούν,
εφόσον «αποδεικνυόταν ότι μια νέα
αντίληψη του συστήματος εργασίας οδηγεί
σε συνολικά (οικονομικά και κοινωνικά),
πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα».xxi
Υπό
το φως των νέων αυτών αντιλήψεων, ο
ταιϋλορισμός –που βασιζόταν στην μέχρι
κατακερματισμού διαίρεση της εργασίας
και το αποκλειστικά οικονομικό κίνητρο–
άρχισε να αντικαθίσταται από τη σχολή
των «ανθρωπίνων σχέσεων». Έτσι, αφ’
ενός κατανέμονταν περισσότερες
υπευθυνότητες, με σκοπό να εμπλουτιστούν
οι στόχοι εργασίας, αφ’ ετέρου
τροποποιούνταν το ψυχοκοινωνικό
περιεχόμενο της εργασίας, με σκοπό να
διευκολυνθούν οι επικοινωνίες. Η
προσπάθεια μιας νέας οργάνωσης της
εργασίας έτεινε να επιτρέψει την
προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο.
Όχι βέβαια κι αυτή τη φορά χωρίς
προβλήματα. Ήδη γίνεται λόγος για την
«παγίδα της αυτονομίας» ως ανεπιθύμητο
αποτέλεσμα των νέων μορφών διαχείρισης
της εργασίας που επιδιώκουν την
υπευθυνότητα και την αυτονομία του
εργαζόμενου, ο οποίος δεν καλείται πλέον
να είναι υπάκουος εκτελεστής εντολών.
Αντί, λοιπόν, να απειλούνται από την
ανία και την αποβλάκωση του ταιϋλορισμού,
οι εργαζόμενοι κινδυνεύουν από υπερκόπωση
καθώς πρέπει «να το κάνουν σωστά και να
κάνουν το σωστό», κυνηγώντας το χρόνο
μέσα σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού·
τα στελέχη των επιχειρήσεων, ιδίως, που
επιζητούν τη συμμετοχή κι όχι την υποταγή
των υφισταμένων τους, που επιχειρούν
περισσότερο να πείσουν παρά να επιβάλλουν·
διότι συνήθως, αν και διαθέτουν επαρκείς
τεχνοκρατικές γνώσεις, δεν είναι
καταρτισμένοι για τη διαχείριση
ανθρώπινων σχέσεων και προβλημάτων. Εξ
ου και η επάνοδος στη διαχείριση της
εργασίας δια του φόβου που είναι αρκετά
συχνή.xxii
Από
την ψυχολογία της υγείας και της εργασίας
στην ψυχοπαθολογία
και την ψυχοδυναμική της εργασίας
Διακρίνονται
δύο βασικές θεωρητικές κατευθύνσεις
που χαρακτηρίζουν και δύο διαφορετικές
επιστημονικές παραδόσεις στην αντιμετώπιση
των ψυχικών προβλημάτων εντός της
εργασίας: (α) η αγγλοσαξωνική, με αφετηρία
τις μελέτες του στρες και γνωστικο-συμπεριφορικό
προσανατολισμό και (β) η γαλλόφωνη, με
αφετηρία την ανάγκη για κατανόηση της
υποκειμενικής σχέσης του ανθρώπου με
την εργασία και φαινομενολογικό –
ψυχαναλυτικό προσανατολισμό.xxiii
- Στην πρώτη κατεύθυνση θα βρούμε το «επαγγελματικό στρες» –ακριβέστερα, αυτό που γίνεται «αντιληπτό», όχι το «αντικειμενικό»– να αποτελεί τον πυρήνα της «ψυχολογίας της υγείας», όπου διαπιστώνονται ρυθμιστικές στρατηγικές (coping), αλλά και κοινωνική στήριξηˑ η αναζήτηση γεφυρών προς την «ψυχο-νευρο-ανοσολογία» αποτελεί σύγχρονη επέκταση των σχετικών αντιλήψεων.
- Στη δεύτερη κατεύθυνση το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη βιωμένη εμπειρία της εργασίας και τις ασυνείδητες διεργασίες. Στο πλαίσιο αυτό: (α) η ψυχολογίας της εργασίας διερευνά την ψυχική λειτουργία του υποκειμένου σε κατάσταση εργασίας, (β) η ψυχοπαθολογία της εργασίας αναλύει την ψυχική οδύνη του εργαζόμενου σε συγκεκριμένες συνθήκες οργάνωσης της εργασίας, (γ) η ψυχοδυναμική της εργασίας παραπέμπει στη σχέση μεταξύ Υποκειμένου – Άλλου – Εργασίας.
Θα
σταθώ στη δεύτερη αυτή κατεύθυνση για
να δούμε από πιο κοντά την πορεία του
σχετικού προβληματισμού που καταλήγει
στην ψυχοδυναμική της εργασίας. Oι
αρχικές έρευνες στη Γαλλία στηρίχθηκαν
στις έννοιες της «αλλοτρίωσης» και των
«κοινωνικών συνθηκών», ακολουθώντας
το παβλοφικό μοντέλο του Le
Guillant.
Η συνέχεια θα αλλάξει φορά με το έργο
του Paul
Sivadon
και του Claude
Veil
(1920-1999), άλλωστε
ο όρος «ψυχοπαθολογία της εργασίας»
χρησιμοποιήθηκε από τον Sivadon
το 1952, σε άρθρο του στην Evolution
Psychiatrique
για
να περιγράψει το πλαίσιο εντός του
οποίου θα πρέπει να μελετηθεί η υφιστάμενη
δυσαρμονία μεταξύ του ανθρώπου και της
εργασίας εξ αιτίας των διαφορετικών
ρυθμών που παίρνουν η τεχνολογική
ανάπτυξη και οι προσαρμοστικές ανθρώπινες
δυνατότητες. Η εργασία είναι δομικά
απαραίτητη στον ψυχισμό, μόνο που γίνεται
παθογόνος όταν οι απαιτήσεις των στόχων
ξεπερνούν τις ικανότητες του ατόμου.xxiv
Το 1957 ο Veil
θα διακρίνει μεταξύ οργάνωσης
(π.χ. κατανομή καθηκόντων, ιεραρχία) και
συνθηκών
της εργασίας και θα τονίσει την συνύπαρξη
οδύνης και δημιουργικότητας εντός της
εργασίας όπου γίνονται έκδηλες και οι
σχέσεις με τους άλλους,
υπηρεσιακές,
κυριαρχικές, συναισθηματικές.xxv
Οι προβληματισμοί θα προωθηθούν περαιτέρω
στη δεκαετία του ’80 και, ιδίως, του ’90
με τον ψυχίατρο, ψυχαναλυτή και
ψυχοσωματικό Christophe
Dejours
που θα ανασυντάξει την ψυχοπαθολογία
της εργασίας σε συνεργασία με την
εργονομία. Αφετηρία, η θέση ότι οι
άνθρωποι δεν υφίστανται παθητικά τις
οργανωτικές αντιξοότητες στις οποίες
υπόκεινται και μπορούν να αποτρέψουν
την «φυσική» εξέλιξη που αντιπροσωπεύουν
οι ποικίλες ψυχικές διαταραχές. Με άλλα
λόγια πρόκειται πλέον για τη «δυναμική
ανάλυση των ψυχικών διαδικασιών που
κινητοποιούνται όταν το άτομο αντιμετωπίζει
την πραγματικότητα της εργασίας του».xxvi
Τοποθετείται, δηλαδή, σε στάδιο προηγούμενο
μιας ψυχοπαθολογικής κρίσης. Δεν αρκεί
η αναζήτηση των παθογόνων στοιχείων
της εργασίας και των ψυχικών διαταραχών
που αυτά συνεπάγονται, αλλά χρειάζεται
να εκδηλωθεί και το ενδιαφέρον για τους
αμυντικούς μηχανισμούς που ενεργοποιούνται
ώστε να διαφυλαχτεί η ψυχική ισορροπία
των εργαζομένων και να διατηρήσουν την
ένταξή τους στην εργασία παρά τις
οργανωτικές αντιξοότητες. Αυτή η
μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς το
«φυσιολογικό» άφηνε περιθώρια για τη
μελέτη όχι μόνο της οδύνης,
αλλά και της χαράς,
της ικανοποίησης από την εργασία, τη
μελέτη όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά της
εργασίας αυτής καθεαυτής. Κύριος
εισηγητής αυτής της στροφής υπήρξε ο
Christophe
Dejours
και οι συνεργάτες του.xxvii
Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης η μεν
ψυχοπαθολογία
παραμένει πάντα η πρακτική που παρεμβαίνει
εκεί όπου η οργάνωση της εργασίας παράγει
νοσηρά αποτελέσματα –σε συνάρτηση,
όμως, με ό,τι εντός των βιωμάτων είναι
συλλογικό
και μοιράζεται με άλλους– η δε ψυχοδυναμική
της εργασίας
προσανατολίζεται περισσότερο προς τη
θεωρητική πράξη και την παραγωγή γνώσης,
βασιζόμενη στην αποκάλυψη ότι η σχέση
μεταξύ οργάνωσης της εργασίας και
ανθρώπου δεν είναι άκαμπτη αλλά δυναμική,
ευμετάβλητη ισορροπία που κάποιες φορές
παρεμποδίζεται και ακινητοποιείται,
δημιουργώντας τότε τον αντίκτυπό της
στον ψυχισμό.
*
Τα
προβλήματα που απορρέουν από την
«οργάνωση» της εργασίας κάποτε
εκδηλώνονται και
με τον τραγικό τρόπο των αυτοκτονιών.
Η χαρακτηριστική πρόσφατη περίπτωση
της γαλλικής εταιρείας France
Telecom,
όπου οι εφημερίδες
(Οκτώβριος 2009) κατέγραφαν 25 αυτοκτονίες
σε 19 μήνες, μας έδειξε πως «παθογόνος»
μπορεί να είναι και μια απότομη
αλλαγή
της οργάνωσης της εργασίας. Ο Jean
Dominique Leccia περιέγραψε
το «κύμα» των αυτοκτονιών ως ένα δραματικό
παράδειγμα της επίδρασης που ασκούν οι
αλλαγές
του εργασιακού περιβάλλοντος στον
ψυχισμό: προκειται, γράφει, για την
«κορυφή του παγόβουνου μιας πραγματικής
σιωπηρής επιδημίας
που πλήττει κατά προτεραιότητα τους
άνδρες. Ανάμεσα σε 24 πρόσφατες αυτοκτονίες,
οι 23 ήταν αυτοκτονίες ανδρών σε μια
επιχείρηση όπου το 37% του προσωπικού
είναι γυναίκες. Η ψυχιατρική κλινική
και η επιδημιολογία μας δείχνουν καθαρά,
γράφει, ότι σήμερα οι άνδρες πρωτίστως
είναι ευάλωτοι λόγω ενός περιβάλλοντος
που τους ξεφεύγει και τους αλλοιώνει
την εικόνα. Απέναντι σε μια απειλητική
πραγματικότητα που μας αφορά όλους,
αντιδρούν πιο παρορμητικά και πιο
βίαια».xxviii
Οι υπεύθυνοι της εταιρείας αναφέρθηκαν,
βέβαια, σε ψυχική ευαλωτότητα των
αυτόχειρων, εξ αιτίας προηγούμενων
προσωπικών ή οικογενειακών προβλημάτων
και ο επικεφαλής της εταιρείας Didier
Lombard
χαρακτήρισε τις αυτοκτονίες «μόδα»,
δείχνοντας έτσι, όπως σημειώνει ο G.
Renou,xxix
ότι
δεν θέλησαν να συνειδητοποιήσουν τα
πολύπλοκα προβλήματα στη «διαχείρηση
του προσωπικού» κατά τα τελευταία 10
χρόνια·
ιδίως
όταν θέλησαν να επιβάλλουν απότομα νέες
δομές εργασίας
όπου οι εργαζόμενοι, πριν καλά καλά
καταλάβουν περί τίνος επρόκειτο, βρέθηκαν
με νέους συνεργάτες, νέους στόχους·
όπου η εργασία έπαυε πλέον να είναι
αποτέλεσμα συνεργασίας αλλά ατομική
του καθενός συμβολή, που την καταμετρά
η διαχείρηση, έτσι ώστε να νιώθουν έντονη
επισφάλεια ή να περιχαρακώνονται και
να αποξενώνονται από τους συναδέλφους.
Σε μια εταιρεία όπου επικρατούσε η
πεποίθηση πως κάνουν τη δουλειά τους
«με τον καλύτερο τρόπο», τα τεχνικά
κυρίως στελέχη βρέθηκαν να αμφισβητούνται
στην ικανότητά τους, να στερούνται από
κάθε συμπαράσταση της παλιάς ομάδας
τους που είχε στο μεταξύ σκορπίσει.
Ζήλεια και εγωισμός, καχυποψία,
παραμερισμός, κάποια από τα αποτελέσματα.
Η France
Telécome
έγινε «εργαστήριο αντιπάθειας»,
γράφει
ο Renou,
παίρνοντας τη λέξη ως το αντίθετο της
συν-πάθειας, χαρακτηρίζοντας έτσι τη
τάση να υποφέρει ο καθείς μόνος του.
Άλλωστε ο εργαζόμενος βρέθηκε ανάμεσα
σε δυο αντιτιθέμενς τάσεις: από τη μια
να τον προτρεπουν να δοθεί ολόψυχα στην
δουλειά του και από την άλλη να τον
θεωρούν εύκολα αντικαταστάσιμο στην
πρώτη δυακολία. Όλα αυτά θυμίζουν έντονα
της θέση του Dejours
για
την ψυχική
οδύνη
που, όπως καταγράφει η Scarlett
Salman, θεωρείται
σήμερα ως αποτέλεσμα των νέων
μορφών οργάνωσης της εργασίας.
Θέματα
που σχετίζονται με τα προβλήματα
οργάνωσης της εργασίας.
Ο χώρος
Η
απόσταση
μεταξύ των μελών ενός ζωικού είδους
είναι μια «κοινωνική» λειτουργία. Οι
ηθολόγοι μιλούν για ατομική απόσταση
ή για απόσταση φυγής. Έτσι προσδιορίζονται
οι περιοχές όπου εκδηλώνονται συμπεριφορές
κυριαρχίας. Η διαδικασία αυτή περιορίζει
την επιθετικότητα. Δεν πρόκειται να
μεταφέρω αυτούσια τα πορίσματα της
ηθολογίας στην ανθρώπινη κοινωνία, όμως
όλοι γνωρίζουν ότι γύρω από κάθε άνθρωπο
υπάρχει πάντα μια ορισμένη ζώνη χώρου
που κανείς δεν θέλει να του την παραβιάσουν.
Χαρακτηριστική είναι η μικρή ιστορία
του Schopenhauer
που χρησιμοποίησε και ο Freud:xxx
ένα κρύο βράδυ του χειμώνα μια μικρή
ομάδα σκαντζόχοιρων έρχονται κοντά για
να ζεσταθούν, όπως άλλωστε κάνουν όλα
τα ζωντανά. Όμως, καθώς αυτοί έχουν
αγκάθια στη πλάτη τους τσιμπιούνται
όταν πλησιάζουν πολύ. Για να το αποφύγουν
απομακρύνονται, αλλά τότε κρυώνουν.
Ξαναπλησιάζουν όμως τσιμπιούνται και
πάλι, γι’ αυτό απομακρύνονται ξανά,
οπότε και πάλι κρυώνουν. Μέσα από
διαδοχικά πλησιάσματα - απομακρύνσεις
βρίσκουν τελικά μια θέση, τόσο
κοντά ώστε να ζεσταίνονται, τόσο μακριά
ώστε να μην τσιμπιούνται.
Το «συμπέρασμα» (πρέπει να) ισχύει σε
κάθε διαπροσωπική σχέση, από τη σχέση
μας με τους γονείς ή τα παιδιά μας, τους
φίλους ή τους συνεργάτες μας στο χώρο
εργασίας, μέχρι τις ερωτικές μας σχέσεις,
με τις δέουσες εδώ εξαιρέσεις.
Η ιεραρχία
Δυο
«μικρές λεπτομέρειες»: κατά τους Marshall
και Cooper,xxxi
οι ανώτεροι διαχειριστές βρίσκουν ότι
η εργασία τους παρουσιάζει μεγαλύτερες
απαιτήσεις σε σχέση με την αναψυχή και
τις ώρες της οικογενειακής τους ζωής,
από ό,τι οι διαχειριστές με χαμηλότερο
βαθμό στην οργάνωση. Αντιλαμβάνεται
κανείς εύκολα τα συνολικότερα αποτελέσματα
μιας τέτοιας «απορρόφησης» από τη
δουλειά, όσο κι αν η «εργασιακή
ικανοποίηση», που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει
τις αστικές τάξεις των μορφωμένων, είναι
εδώ αυξημένη. Για τους μεσαίους
διαχειριστές, ο De
Wolffxxxii
παρατηρεί ότι ενώ πρέπει να προστατεύουν
τα οικονομικά συμφέροντα της επιχείρησης,
αισθάνονται ταυτόχρονα και υπεύθυνοι
για τα συμφέροντα των υφισταμένων τους.
«Αυτός ειδικά ο συνδυασμός προκαλεί
ιδιαίτερο εκνευρισμό».
Είναι
προφανές, βέβαια, ότι οργάνωση χωρίς
ιεραρχία δεν μπορεί να υπάρξει. Τα
προβλήματα αρχίζουν όταν επικρατούν
απόλυτα άκαμπτες, κάθετες ιεραρχημένες
δομές και ιδιαίτερα ο «ανταγωνισμός»
που αναπτύσσεται μέσα σ’ αυτές. Ο
«ανταγωνισμός» που αναπτύσσεται μεταξύ
των ατόμων και κατακλύζει μερικές φορές
καταστροφικά τις ανθρώπινες σχέσεις
θεωρούνταν από παλιά, από την Κ. Horney
για παράδειγμα, ως ένας σημαντικός
παράγοντας που επηρεάζει την ψυχική
ζωή του ανθρώπου. Ο «ανταγωνισμός»
αυτός, αλλά και ο τρόπος διεύθυνσης της
εργασίας έχουν τη δική τους ιστορική
πορεία, δηλαδή την εξέλιξή τους από τις
αρχές της βιομηχανικής εποχής μέχρι
τις –κατά βάση– γραφειοκρατικοποιημένες
και διευθυντικές κοινωνίες μας.
Ένας
απλοϊκός «κοινωνιολογισμός» αποδίδει
εύκολα νοσογόνο ιδιότητα σε κάθε άθλια
κοινωνικο-επαγγελματική συνθήκη. Όμως,
η αρνητική συνθήκη δεν αναδύεται μόνο
μέσα από την αθλιότητα. Διότι μια εργασία,
που είναι σημαντική ψυχολογική επένδυση
ενός ατόμου, μπορεί να παραμένει
αλλοτριωμένη καθώς η κυριαρχία του
πατέρα δεν δίνει τη θέση της στην
πραγματική αυτονόμηση του ατόμου αλλά
μεταφέρεται σε ποικίλους βαθμούς στον
εκάστοτε προϊστάμενο, ακόμα και στην
ευρύτερη κοινωνική ομάδα.xxxiii
Προκύπτει δηλαδή το πρόβλημα των σχέσεων
μέσα σε απόλυτα, κάθετα ιεραρχημένες
δομές της εργασίας. Πολλές φορές είναι
παθογόνες και δεν αφήνουν ανεπηρέαστα
μεσαία ή διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων.
Ο αυτοματισμός
Κατά
τον Charles
Anderson,xxxiv
η αυτοματοποίηση δεν έθιξε μόνο τα μπλε
αλλά και τα άσπρα κολάρα. Η παρεπόμενη
αυξημένη ανεργία είναι παράγοντας
επιβαρυντικός της ψυχικής υγείας. Πέραν
αυτού, καταμετρήθηκε και η επίπτωση της
αυτοματοποίησης στο βαθμό ικανοποίησης
των εργαζομένων από την εργασία τους.
Άλλοι υποστηρίζουν ότι διαπιστώνεται
μια «μεγαλύτερη ανεξαρτησία και
μεγαλύτερη υπευθυνότητα στη δουλειά
τους» και άλλοι ότι, ενώ οι εργαζόμενοι
αισθάνονταν λιγότερο έλεγχο, αισθάνονταν
ταυτόχρονα περισσότερη πλήξη, λιγότερο
ενδιαφέρον, μείωση των ικανοτήτων τους.
Τέτοιοι εργαζόμενοι δήλωναν «κουρασμένοι»
χωρίς να καταβάλλουν σωματική προσπάθεια.
Η πληροφορία
Μια
«πρωτόγνωρη πληροφορική έκρηξη, μια
υπερπληροφόρηση και διασπορά των πηγών»
επικρατεί
σήμερα, απ’ άκρου εις άκρον, εντός του
σύγχρονου αναπτυγμένου κόσμου.xxxv
Smog
ήταν η γνωστή κατά το παρελθόν, περιώνυμη
αιθαλομίχλη του Λονδίνου.
Data
smog
τιτλοφορεί
το βιβλίο του ο David
Shenk
για να περιγράψει την καταστροφική, σε
κοινωνικό επίπεδο, υπερφόρτωση πληροφοριών
που, όσο κι αν φαίνεται περίεργο,
συνεπάγεται ένα πολιτισμικό
Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής.xxxvi
Τα
προβλήματα εμφανίζονται, ήδη, στις
καθημερινές εφημερίδες: «η υπερπληροφόρηση
μας σκοτώνει» αναφέρεται σε ρεπορτάζ
της εφημερίδας Guardian
(1997),
όπου διαβάζουμε πως το ποσοστό των
διευθυντών σε Εταιρείες κάθε κλάδου
που θεωρούσαν τον εαυτό τους «θύμα της
υπερπληροφόρησης» έγινε 65%, από 48% που
ήταν κατά το 1996.xxxvii
Αξιοπρόσεκτη και η διαπίστωση του
Luciano
Floridi,
που ασχολείται με τη φιλοσοφία των
σύγχρονων τεχνολογιών, ότι η «αποθήκευση
γνώσης είναι μεγαλύτερη της προσβάσιμης
γνώσης, όπως κι αυτή, με τη σειρά της,
είναι μεγαλύτερη της εύχρηστης γνώσης».xxxviii
Για τον Umberto
Eco
η «υπερβολική πληροφορία» ήταν από
παλιά μια σκέτη «τραγωδία». Δείτε, έλεγε,
την εξουσία που, έχοντάς το καταλάβει,
ασκεί μια ιδιότυπη λογοκρισία: δεν
κατακρατεί και δεν διαγράφει αλλά
πλημμυρίζει με υπεράφθονα «γεγονότα»,
τυπικό παράδειγμα αυτό που έγινε στον
πόλεμο του Κόλπου.xxxix
Σχετικά
πρόσφατη η περιγραφή ενός νέου συνδρόμου
που παρατηρείται σε εργασίες που απαιτούν
το χειρισμό πληροφοριών: πρόκειται για
ένα σύνδρομο γνωσιακού
κορεσμού,
μια ανεπάρκεια δηλαδή κάποιων στελεχών
να απαντήσουν σε ένα τεθέν πρόβλημα εξ
αιτίας της τεράστιας ποσότητας δεδομένων
που έχουν στη διάθεσή τους, καθώς
αδυνατούν να αποφασίσουν για τις
προτεραιότητες και να ιεραρχήσουν τις
δράσεις τους.xl
Αλλά,
πέραν του εργασιακού περιβάλλοντος και
της οργάνωσής του υπάρχει και…
Ο ψυχισμός
Μέσα
στην εργασία υπάρχουν ορισμένες
συμπεριφορές, μικρά επεξεργασμένα
συστήματα «ιδεολογικής άμυνας του
επαγγέλματος» όπως τα αποκαλεί ο
Dejours,xli
που εκδηλώνονται από το σύνολο σχεδόν
των μελών μιας επαγγελματικής ομάδας
ως απάντηση σε ένα ορισμένο πιεστικό
τρόπο οργάνωσης της εργασίας. Ο Dejours
χρησιμοποιεί το παράδειγμα των οικοδόμων
για να περιγράψει το φαινόμενο. Το
επάγγελμα αυτό είναι έντονα εκτεθειμένο
σε κινδύνους και παρουσιάζει υψηλά
ποσοστά εργατικών ατυχημάτων. Εδώ, όχι
μόνο δεν παρατηρείται κανένας φόβος,
αλλά εντελώς αντίθετα οι εργάτες
εκδηλώνουν συμπεριφορές που προσθέτουν
κινδύνους. Η απειθαρχία σε κανόνες
ασφαλείας συνδέεται συμβολικά με αξίες
ανδρισμού.
εκείνος που θα θελήσει να τους τηρήσει
τυπικά κινδυνεύει να καταστεί περίγελως.
Πρόκειται για συμπεριφορές πρόκλησης
του κινδύνου, όχι γιατί οι εργάτες είναι
αγράμματοι ή ανώριμοι αλλά για λόγους
καθαρά ψυχολογικούς: είναι συλλογικές
άμυνες έναντι του άγχους που σχετίζεται
με τους κινδύνους του επαγγέλματος. Η
παθητική αναμονή δίνει τη θέση της σε
μια «ενεργητικότητα» που αποσκοπεί
στην εξουδετέρωση του άγχους. Έτσι
μπορούν να συνεχίσουν την εργασία τους.
Κάσκες, μάσκες, ειδικά ματογυάλια τους
«εμποδίζουν» στην ταχύτερη διεκπεραίωση
της εργασίας κάτι που βέβαια ως συνήθως
ζητά και ο αρχιεργάτης και η όλη οργάνωση
της εργασίας.
Από
αυτές τις μελέτες ξεκίνησε το πέρασμα
στην ψυχοδυναμική της εργασίας.
Ανακεφαλαιώνοντας
Στην
ιστορία της ψυχολογίας
της εργασίας
μπορεί κανείς να διακρίνει τρεις
χαρακτηριστικές εποχές: α) το μεταξύ
των δύο παγκοσμίων πολέμων διάστημα
–με την ανάπτυξη των ψυχοτεχνικών, β)
τα χρόνια των δεκαετιών ’50 -’70 –με την
ανάδυση της εργονομίας, γ) το διάστημα
της τελευταίας 20ετίας του 20ου
και μέχρι σήμερα –με τη στροφή στην
ψυχοπαθολογία και την ψυχοδυναμική της
εργασίας.xlii
Όλες αυτές οι κατευθύνσεις δεν ήταν
παρά ποικιλίες μιας επιστημονικής
μελέτης της παραγωγικής δραστηριότητας
στην ψυχολογική της διάσταση, μέσα στο
ευρύ πλαίσιο των Επιστημών
του Ανθρώπου.
i
Dortier
J.-F. Le blues du dimanche soir. Les
Grands Dossiers des Sciences Humaines,
Sept-Oct-Nov 2008, 12, 25-29.
ii
Πομμερά
Ζ. Οι Έμποροι. Θεατρικά
Τετράδια,
Νοέμβριος 2008, 50, 21-38.
iii
Gouiffès A, Chobeaux F. Introduction, Στο
Dossier: « Psychiatrie et précarité », Vie
Sociale et Traitements
2009, 101, 7-9.
iv
Καράβατος
Αθ., Χατζηιωάννου Α. Οικονομική κρίση
και ψυχική υγεία. Σύναψις
2010, 17, 4-6.
v
Salman
S. Fortune d’une categorie: la souffrance au travail. Sociologie
du Travail,
2008, 50, 31-47.
vi
Περί τόπων των κατ’ άνθρωπον. (2).
Ιπποκράτους
Άπαντα.
Κάκτος. Εισαγωγή μετάφραση, σχόλια Β.
Μανδηλαράς, 16 (108), 1993, 298-377.
vii
Απόσπασμα
Β 187.
Στο Jackie
Pigeaud, La
maladie de l'âme. Étude sur la relation de l'âme et du corps dans
la tradition médico-philosophique antique,
Les Belles Lettres, Paris, 1989, 444.
Υλικής,
βέβαια, υπόστασης η ψυχή στον Δημόκριτο,
αλλά ποιοτικώς διάφορη του σώματος: τα
άτομά της είναι πιο στρογγυλά, πιο λεία,
με ζωηρότερη κίνηση. Όμως, η δράση πάνω
στη ψυχή επανοργανώνει τις δομές τους:
«η διδαχή,
επιβάλλοντας ένα ρυθμό στον άνθρωπο,
φυσιοποιεί»
(Απόσπασμα
Β 33,
Στο Jackie
Pigeaud
ό.
π., 444).
viii
Le
Guillant L. La psychologie du travail, La
Raison
No 4, 1952. Στο Quelle
psychiatrie pour notre temps? Travaux et écrits de Le Guillant,
Eres 1984.
ix
Arendt
H.
Η
Ανθρώπινη Κατάσταση.
Γνώση,
1986.
x
Baudin L.
Irrationality in Economics. The
Quartely Journal of Economics,
November
1954, 488-489. Αναφέρεται
στο: Βασίλης Δρουκόπουλος, Από τον
ορθολογισμό της νεοκλασικής οικονομικής
θεωρίας στον νεοκλασικό μαρξισμό της
ορθολογικής επιλογής. Θεωρία
και
Κοινωνία
1992, 6,
45-56.
xi
Beauvoir
S. La
vieillesse,
Gallimard,
1970, 280.
xii
Ζοέλ
Πομμερά. Οι Έμποροι, ό.π.
xiii
Lohmann H. Krankheit oder Entfremdung? Psychische
Probleme
in
der
Uberflussgesellschaft,
Thime
Verlag
1978. Αναφέρεται
στην Έκθεση
του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση
των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας,
Δουβλίνο 1982.
xiv
Gorbin
A, Paquot T. Conquérir la paresse. Magazine
Littéraire,
Juillet-Août 2004, 433, 35-39.
xv
Ιλία
Έρενμπουργκ. Μια ιστορία του αυτοκινήτου.
Μτφ Κ. Παπαδοπούλου-Βρέλλη. Ύψιλον/βιβλία,
2008, 35.
xvi
Albou P. Sur l’histoire de la psychologie du travail. Bulletin
de Psychologie,
2000, 53, 3, 419-426.
xvii
Dejours C. Travail:
usure mentale, Bayards
Editions, 1993, 45.
xviii
Dejours C. Psychopathologie du travail. Encyclopédie.
Médico-Chirurgical
37 886, A10, 1982.
xix
Le Guillant, Roelens, Begoin, Bequart, Hansen, Lebreton. La neurose
des téléphonistes. Presse
Médicale,
1956, 69, 13, 274-77.
xx
Dejours C, Travail
usure mentale,
ό.π, 27-28, 167.
xxi
Jardillier P. La
psychologie du travail,
PUF, 1986.
xxii
Dortier J.-F. Le blues du dimanche soir. Ό.π.
xxiii
Guiho-Bailly
M-P, Guillet D. Psychopathologie et psychodynamique du travail. EMC
– Toxicologie-Pathologie
2005, 2, 98-110.
xxiv
Sivadon P. Psychopathologie du travail. L’Évolution
Psychiatrique 1957,
3, 451-471.
xxv
Veil C. Phénomenologie du travail. L’Évolution
Psychiatrique 1957,
4, 693-721.
xxvi
Dejours C, Abdouchelie E, Itinéraire théorique en psychopathologie
du travail. Prévenir
1990, 20, 127-149.
xxvii
Dejours
C. De la psychopathologie à la psychodynamique du travail,
(addendum théorique). Στο Travail :
usure mentale,
ό.π., 203-252.
xxviii
Leccia
J.-D.
France
Télécom: Une affaire d’hommes. Empan,
2010, 77, 23-25.
xxix
Renou
G. Les laboratoires de l’antipathie. Revue
du Mauss,
2010, 35, 151-162
xxx
Freud S. Psychologie collective et analyse du moi. Στο Essais
de Psychanalyse.
Trad. S. Jankelevitch, Petite Bibliothèque Payot, Paris, 1966,
121-122.
xxxi
Marshall J., Cooper C.L. Work experiences of niddle and senior
managers. Management
international review
1979, 19, 81-86.
Αναφέρεται στην Έκθεση
του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση
των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας,
Δουβλίνο 1982.
xxxii
De
Wolff
C.
Ο μέσος διαχειριστής και η ένταση.
Παράρτημα 1ο Στο Η σωματική και ψυχολογική
ένταση στην εργασία. Αναφέρεται στην
Έκθεση
του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση
των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας,
Δουβλίνο 1982.
xxxiii
Εy
Η.,
Bernard P.,
Brisset C. Manuel
de psychiatrie.
Masson 1974.
xxxiv
Anderson
C.
Προς
μια νέα κοινωνιολογία.
Εκδ. Παπαζήση,
1986.
xxxv
Pinhas
N, Les enjeux de la documentation hors Internet - via Internet.
Journée FFP/INSERM, 6 Mars 1997,
psydoc-fr.broca.inserm.fr/pinhas.html.
Για τα σύνθετα προβλήματα που τίθενται
στην ιατρική από την ραγδαία ανάπτυξη
των σύγχρονων τεχνολογιών Βλ. Θανάσης
Καράβατος
Internet
και
Ιατρική,
Εξάντας/Προσεγγίσεις
1, 2003.
xxxvi
Shenk D, Data
Smog,
Harper, San Francisco 1998.
xxxvii
Καθημερινή
19 Μαρτίου 1999.
xxxviii
Floridi L, Internet: which future for organized knowledge,
Frankenstein or Pygmalion? The
Information Society,
1996, 12, 1, 5-16.
xxxix
Eco U, L’ordinateur est proustien, spirituel est masturbatoire.
Propos recueillis par Elisabeth Shemla. Nouvel
Observateur
7-23 Oct.
1991, 251, 22-26.
xl
Weller J.-M. Stress relationnel et distance au public. De la
relation du service à la relation d’aide, όπ.,
91.
xli
Dejours C. Psychopathologie
du travail.
Ό.π.
xlii
Albou P. Sur l’histoire de la psychologie du travail. Ό.π.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου